GRID_STYLE
TRUE

Classic Header

{fbt_classic_header}

nexar

ΤΙΤΛΟΙ ΕΙΔΗΣΕΩΝ:

latest

PNEYMONIKI

Ξάνθη – 23 Οκτωβρίου 2025: Ημέρα γενεθλίων του Μάνου Χατζιδάκι

«Τους ανθρώπους που έχουν φύγει, αλλά παραμένουν ζωντανοί», είχε εξηγήσει, «τους έχουμε καθημερινά τοποθετημένους μέσα μας και τους κουβαλάμ...


«Τους ανθρώπους που έχουν φύγει, αλλά παραμένουν ζωντανοί», είχε εξηγήσει, «τους έχουμε καθημερινά τοποθετημένους μέσα μας και τους κουβαλάμε σ’ ολόκληρη τη ζωή μας».

Βιογραφικό σημείωμα σε πρώτο πρόσωπο





















Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες. Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ’ όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες.

Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ’ την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ’ την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ’ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι’ αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το ’32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.

Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ’ επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ’ όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ’ απομάκρυναν ύπουλα απ’ τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι’ αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ’ το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.

Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν’ αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ’ ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.

Το ’66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς – ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το ’72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε «Πολύτροπον», ίσαμε τη μεταπολίτευση του ’74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων – μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.

Από το ’75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ’ έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ’ ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ’ αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.

Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι:

Α δ ι α φ ο ρ ώ  για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.

Π ι σ τ ε ύ ω  στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.

Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ  αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.

Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.

(Νοέμβριος 1980 – Μάρτιος 1981)

hatzidakisnicopolis1987.jpg

Ο Μάνος Χατζηδάκις στο πιάνο στη διάρκεια μουσικής εκδήλωσης στο Ωδείο της αρχαίας Νικόπολης. Φωτογραφία του 1987

Wikipedia Commons

Η μουσική του διαδρομή χαρακτηρίζεται από την ένωση της ελληνικής παράδοσης με δυτικά μουσικά στοιχεία, δημιουργώντας ένα μοναδικό μουσικό ύφος που τον καθιέρωσε ως κορυφαίο συνθέτη.

Από τα δύσκολα χρόνια στην καλλιτεχνική ακμή

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του ήταν δύσκολα, καθώς η οικογένειά του αντιμετώπισε οικονομικές δυσχέρειες κατά τη διάρκεια της Κατοχής.


Ο Χατζιδάκις εργάστηκε σε διάφορες δουλειές, όπως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι του Πειραιά και παγοπώλης στο εργοστάσιο του Φιξ. Παράλληλα, ξεκίνησε μαθήματα πιάνου και βιολιού, ενώ σπούδασε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του.


Η μουσική του πορεία ξεκίνησε με την ένταξή του στην Ορχήστρα των Χρωμάτων, ενώ συνεργάστηκε με σημαντικούς καλλιτέχνες και ποιητές, όπως ο Νίκος Γκάτσος, με τον οποίο διατηρούσε στενή φιλία. Σημαντική στιγμή στην καριέρα του υπήρξε η σύνθεση του τραγουδιού «Χάρτινο το Φεγγαράκι» για την παράσταση «Λεωφόρος Ονείρων» του Θεάτρου Τέχνης, το οποίο τον καθιέρωσε στο ελληνικό κοινό.

Μουσική κληρονομιά

Ο Χατζιδάκις συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού, με έργα που συνδύαζαν την ελληνική μουσική παράδοση με δυτικά στοιχεία. Η μουσική του επηρέασε και συνεχίζει να επηρεάζει γενιές μουσικών και ακροατών στην Ελλάδα και διεθνώς.


Το 1960, το τραγούδι του «Τα Παιδιά του Πειραιά» από την ταινία «Ποτέ την Κυριακή» του Ζιλ Ντασσέν, κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού, κάνοντάς τον τον πρώτο Έλληνα συνθέτη που έλαβε αυτή την τιμή. Ωστόσο, ο Χατζιδάκις αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο, εκφράζοντας τη δυσαρέσκειά του για την αρνητική εικόνα της Αθήνας που παρουσίαζε η ταινία.

ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ ΣΥΝΘΕΤΗΣ-ΝΑΝΑ ΜΟΥΣΧΟΥΡΗ

Με τη Νανά Μούσχουρη.

EUROKINISSI

Πολιτική σκέψη και δημιουργία

Εκτός από τη μουσική του δραστηριότητα, ο Χατζιδάκις ήταν ενεργός πολιτικά και κοινωνικά. Η πολιτική του σκέψη και στάση αντικατοπτρίζονται στα έργα του, ενώ η στάση του απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα ήταν πάντα ευαίσθητη και στοχαστική. Μετά την πτώση της δικτατορίας το 1974, ανέλαβε ηγετικές θέσεις στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Εθνική Λυρική Σκηνή και την ΕΡΤ, προωθώντας την ελληνική μουσική και πολιτιστική κληρονομιά.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις υπήρξε μια πολυδιάστατη προσωπικότητα που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ελληνική μουσική και πολιτιστική κληρονομιά. Η μουσική του συνεχίζει να μας εμπνέει και να μας συγκινεί, ενώ η σκέψη του παραμένει επίκαιρη και διαχρονική.

Δεν υπάρχουν σχόλια