Για χιλιάδες νοικοκυριά, επαγγελματίες και αγρότες, το χρέος έχει πάψει εδώ και χρόνια να θυμίζει το δάνειο που κάποτε υπέγραψαν. Τόκοι υπερ...
Η συνολική απαίτηση από δάνειο κάθε κατηγορίας –καταναλωτικό, στεγαστικό, επιχειρηματικό– δεν θα μπορεί να ξεπερνά το τριπλάσιο του κεφαλαίου που εκταμιεύθηκε. Για τις παλιές οφειλές των αγροτών το όριο κατεβαίνει στο διπλάσιο. Το πλαφόν ισχύει αυτοδίκαια, είτε το δάνειο παραμένει στην τράπεζα που το χορήγησε είτε έχει πουληθεί, τιτλοποιηθεί και περάσει στα χέρια funds και servicers.
Η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, περιέγραψε τον στόχο ως «λιγότερη αβεβαιότητα για τον οφειλέτη, περισσότερη ευθύνη για τον πιστωτή».
Τι σημαίνει στον λογαριασμό
Το παράδειγμα του υπουργείου είναι χαρακτηριστικό. Σε δάνειο 100.000 ευρώ που με τα χρόνια έχει «φουσκώσει» στις 500.000 ευρώ, η απαίτηση κόβεται στις 300.000 ευρώ και οι υπόλοιπες 200.000 ευρώ παύουν να είναι απαιτητές. Αν ο οφειλέτης είναι αγρότης, το ταβάνι πέφτει στις 200.000 ευρώ. Όσα έχουν ήδη πληρωθεί συνυπολογίζονται: αν έχουν καταβληθεί 80.000 ευρώ, το υπόλοιπο δεν μπορεί να ξεπερνά τις 220.000 ευρώ, ή τις 120.000 ευρώ για αγρότη.
Ο οφειλέτης δεν χρειάζεται να κάνει αίτηση. Τράπεζες, funds και εταιρείες διαχείρισης υποχρεούνται να επανυπολογίσουν οι ίδιες κάθε απαίτηση που εμπίπτει στο νέο καθεστώς, μέσα σε έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του νόμου, και να περάσουν το νέο υπόλοιπο στα βιβλία τους. Ένα σημείο πρέπει όμως να ειπωθεί καθαρά: ποσά που έχουν ήδη καταβληθεί δεν επιστρέφονται.
Τα χρέη δεκαετιών στην ύπαιθρο
Για την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η πρόβλεψη για τους αγρότες δεν είναι λεπτομέρεια. Στον Έβρο, τη Ροδόπη και την Ξάνθη, δεν είναι λίγες οι αγροτικές οικογένειες που σέρνουν οφειλές από καλλιεργητικά και επενδυτικά δάνεια δεκαετιών, πολλά από αυτά από την εποχή της Αγροτικής Τράπεζας, που τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση το 2012. Το νομοσχέδιο καλύπτει ρητά και τις απαιτήσεις τραπεζών που έκλεισαν ή τελούν υπό εκκαθάριση και μεταβιβάστηκαν σε διάδοχα σχήματα.
Για δάνεια που χορηγήθηκαν πριν από το 1990, όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για το αρχικό κεφάλαιο, η συνολική οφειλή δεν θα μπορεί να ξεπερνά το 150% του ποσού που είχε διαμορφωθεί στην τελευταία ρύθμιση πριν από το 1990. Στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, το όριο υπολογίζεται επί του ποσού της οφειλής κατά την τελευταία εκταμίευση. Εδώ θα κριθεί και η ουσία του μέτρου: σε φακέλους παλαιών αγροτικών χρεών, όπου τα αρχεία είναι συχνά ελλιπή, ο επανυπολογισμός οφείλει να γίνεται με διαφάνεια και ελέγξιμα στοιχεία, όχι με τα νούμερα που επιλέγει μονομερώς ο εκάστοτε διαχειριστής.
Πλειστηριασμός μόνο για το «καθαρό» ποσό
Η αλλαγή αγγίζει άμεσα όσους βρίσκονται ήδη σε αναγκαστική εκτέλεση. Πλειστηριασμός ή κατάσχεση θα μπορεί να προχωρήσει μόνο για το ποσό που προκύπτει μετά τον επανυπολογισμό, όχι για τη διογκωμένη απαίτηση. Σε εκκρεμείς πλειστηριασμούς, ο πιστωτής οφείλει να γνωστοποιήσει το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίσει ανάλογα κάθε πράξη εκτέλεσης. Κι αν το ακίνητο τελικά βγει στο σφυρί, ό,τι περισσεύει από το τίμημα πάνω από τη μειωμένη απαίτηση επιστρέφει στον οφειλέτη.
Επιπλέον, τρεις μήνες πριν από οποιονδήποτε πλειστηριασμό, ο πιστωτής θα πρέπει να έχει καταθέσει κατάλληλη, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης.
Προθεσμίες και κυρώσεις για τους servicers
Το δεύτερο σκέλος αφορά τις διμερείς ρυθμίσεις με τους διαχειριστές απαιτήσεων και βάζει δεσμευτικό χρονοδιάγραμμα εκεί όπου μέχρι σήμερα δεν υπήρχε. Με πλήρη φάκελο, ο πιστωτής έχει τρεις μήνες να απαντήσει με βιώσιμη πρόταση ή αιτιολογημένη απόρριψη. Ο οφειλέτης έχει έναν μήνα για να τοποθετηθεί και η διαδικασία πρέπει να κλείσει μέσα σε έξι μήνες, ακόμη και όταν η οφειλή βρίσκεται σε στάδιο εκτέλεσης. Η πρόταση πρέπει να στηρίζεται σε συγκεκριμένα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα και, όπου είναι εφικτό, να περιλαμβάνει δύο εναλλακτικές λύσεις.
Αν ο servicer χάσει την τρίμηνη προθεσμία, καταγράφεται αυτοδίκαια παράβαση, ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και σταματούν ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων μέχρι να απαντήσει.
Η προκαταβολή για απευθείας διμερή ρύθμιση περιορίζεται στο 15% της οφειλής, όταν, κατά την κυβέρνηση, οι πρακτικές της αγοράς έφταναν έως και το 50%. Το ποσοστό μπορεί να είναι και χαμηλότερο, εφόσον τεκμηριώνεται οικονομική δυσχέρεια, κοινωνικά κριτήρια ή προβλήματα υγείας.
Για τον συνεπή δανειολήπτη, η προστασία είναι ρητή: όσο τηρεί ενεργή τη ρύθμιση, απαγορεύονται η καταγγελία της σύμβασης, τα μέτρα εκτέλεσης και οι πλειστηριασμοί. Αν ο διαχειριστής παραβιάσει τον κανόνα, οι πράξεις του είναι άκυρες, στον οφειλέτη πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις, η ρύθμιση παρατείνεται ισόχρονα και το πρόστιμο μπορεί να φτάσει τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
Το δικαίωμα να ξέρεις τι χρωστάς
Ο οφειλέτης αποκτά επίσης δικαίωμα να ζητήσει, χωρίς χρέωση, πλήρη ανάλυση της οφειλής του: συμβάσεις και τροποποιήσεις, ιστορικό πληρωμών, υπολογισμό επιτοκίου, κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες, κάθε επιβάρυνση. Ο πιστωτής έχει 45 ημέρες να τη χορηγήσει· διαφορετικά, ο εκτοκισμός αναστέλλεται μέχρι να απαντηθεί πλήρως το αίτημα. Για δανειολήπτες που μέχρι σήμερα δεν μπορούσαν καν να μάθουν πώς προέκυψε το ποσό που τους ζητείται, αυτό είναι ίσως το πιο απτό εργαλείο του νομοσχεδίου.
Οι εταιρείες διαχείρισης θα υποχρεούνται ακόμη να δημοσιοποιούν κάθε χρόνο οικονομικά στοιχεία, χαρτοφυλάκια, αποτελέσματα διαχείρισης και τον τρόπο που χειρίζονται τα παράπονα, καθώς και να υποβάλλουν στρατηγικό σχέδιο με προβλέψεις ανακτήσεων και δείκτες απόδοσης. Οι υποχρεώσεις αυτές αναμένεται να εφαρμοστούν από τις αρχές του 2027, τρεις μήνες μετά την ψήφιση.
Η τελική μορφή του πλαισίου θα διαμορφωθεί μετά τη διαβούλευση και τη νομοθετική επεξεργασία στη Βουλή. Ως τότε, το κείμενο θα κριθεί σε ένα κρίσιμο σημείο: αν οι προθεσμίες και οι κυρώσεις είναι αρκετά αυστηρές ώστε οι servicers να τις τηρήσουν στην πράξη, και όχι μόνο στο χαρτί.
- Κατέβασε την εφαρμογή μας
- Ακούστε Online: https://onairmedia.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια