GRID_STYLE
TRUE

Classic Header

{fbt_classic_header}

ΠΗΓΗ Α.Ε

ΤΙΤΛΟΙ ΕΙΔΗΣΕΩΝ:

latest

Τουρκία – Ισραήλ: Η ρήξη που δεν θα γίνει πόλεμος, αλλά θα αλλάξει τον χάρτη — και τι οφείλει να κάνει η Ελλάδα

Το αίτημα της Άγκυρας προς την Interpol για «ερυθρά αγγελία» σε βάρος του Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν είναι νομική είδηση. Είναι σύμπτωμα. Η Το...


Το αίτημα της Άγκυρας προς την Interpol για «ερυθρά αγγελία» σε βάρος του Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν είναι νομική είδηση. Είναι σύμπτωμα. Η Τουρκία και το Ισραήλ έχουν ήδη μπει σε φάση ανοικτής αντιπαράθεσης, με όπλα προς το παρόν δικαστικά, διπλωματικά και προσχηματικά — και με πεδίο δοκιμής τη Συρία. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να παρακολουθεί ως θεατής, ούτε όμως και το δικαίωμα να μετατραπεί σε δορυφόρο.

Η ρήξη δεν είναι συγκυριακή

Όποιος διαβάζει τη σημερινή ένταση ως παρενέργεια του πολέμου στη Γάζα, χάνει το βάθος του πεδίου. Η τουρκοϊσραηλινή σχέση διέγραψε μια πλήρη τροχιά μέσα σε δεκαπέντε χρόνια: από τη στρατηγική συνεργασία της δεκαετίας του ’90, στη ρήξη του Mavi Marmara το 2010, στην εξομάλυνση του 2016 και του 2022, και από εκεί στη σημερινή κατάρρευση.

Το κρίσιμο είναι ότι κάθε προηγούμενη ρήξη έκλεινε επειδή και οι δύο πλευρές είχαν κάτι να κερδίσουν από τη συμφιλίωση. Σήμερα δεν έχουν. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται πλέον το Ισραήλ ως γέφυρα προς την Ουάσιγκτον· έχει βρει άλλες. Το Τελ Αβίβ δεν βλέπει πλέον στην Τουρκία εταίρο, αλλά τον βασικό υποστηρικτή της Χαμάς και τον νέο κυρίαρχο παίκτη στη Δαμασκό. Αυτό είναι δομική, όχι συγκυριακή, αντίθεση.

Οι τέσσερις πραγματικοί λόγοι

Πρώτος και κυριότερος: η Συρία. Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ άφησε ένα κενό που η Τουρκία έσπευσε να καλύψει, επιδιώκοντας μόνιμη στρατιωτική παρουσία και εκπαιδευτικές υποδομές στο συριακό έδαφος. Το Ισραήλ θεωρεί ότι μια τουρκική στρατιωτική εγκατάσταση στην κεντρική Συρία εξουδετερώνει την ελευθερία κινήσεων της πολεμικής του αεροπορίας και δημιουργεί νέο βόρειο μέτωπο. Τα ισραηλινά πλήγματα και οι αμοιβαίες προειδοποιήσεις των τελευταίων μηνών δεν είναι θόρυβος· είναι η οριοθέτηση ενός πεδίου όπου, για πρώτη φορά, τουρκικές και ισραηλινές δυνάμεις κινδυνεύουν να συγκρουστούν άμεσα.

Δεύτερος: η ηγεμονία στον σουνιτικό κόσμο. Ο Ερντογάν επιδιώκει να αναλάβει τον ρόλο που η Αίγυπτος και η Σαουδική Αραβία έχουν εγκαταλείψει — του προστάτη του παλαιστινιακού ζητήματος. Το «lawfare» κατά του Νετανιάχου είναι ακριβώς αυτό: μια πράξη χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα αλλά με τεράστια συμβολική απόδοση σε Κάιρο, Ριάντ και Ντόχα.

Τρίτος: η τουρκική εσωτερική πολιτική. Με την οικονομία υπό πίεση και την αντιπολίτευση υπό δικαστική πολιορκία, το εξωτερικό μέτωπο λειτουργεί ως εργαλείο εθνικής συσπείρωσης. Πρόκειται για μηχανισμό που η Αθήνα γνωρίζει καλά από πρώτο χέρι.

Τέταρτος: η Ανατολική Μεσόγειος. Το Ισραήλ είναι ο μόνος περιφερειακός δρώντας που, μαζί με την Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο, μπορεί να αχρηστεύσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο και να θεμελιώσει εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές. Η αποδυνάμωση της ισραηλινής θέσης εξυπηρετεί άμεσα τη «Γαλάζια Πατρίδα».

Γιατί δεν θα γίνει πόλεμος — και γιατί αυτό δεν είναι παρήγορο

Ας είμαστε ακριβείς: ανοικτή ένοπλη σύρραξη μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ είναι εξαιρετικά απίθανη. Δεν συνορεύουν, αμφότερες εξαρτώνται από την αμερικανική εγγύηση, και η Ουάσιγκτον δεν πρόκειται να επιτρέψει σύγκρουση ανάμεσα σε έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ και τον στενότερο εταίρο της στην περιοχή.

Ακριβώς όμως αυτό είναι το πρόβλημα για την Ελλάδα. Επειδή η σύγκρουση δεν μπορεί να εκδηλωθεί στρατιωτικά, εκτονώνεται σε όλα τα υπόλοιπα πεδία: δικαστικό, ενεργειακό, ναυτιλιακό, διπλωματικό, επιρροής. Και σε αυτά τα πεδία η Ελλάδα δεν είναι θεατής — είναι έδαφος.

Η ελληνική θέση: σύμπλευση, όχι δορυφορισμός

Ναι, η Ελλάδα βρίσκεται εκ των πραγμάτων στην ίδια πλευρά με το Ισραήλ. Όχι από ιδεολογική επιλογή, αλλά από γεωγραφική και στρατηγική αναγκαιότητα: κοινή αντίληψη απειλής, το σχήμα 3+1 με την Κύπρο και τις ΗΠΑ, η αμυντική συνεργασία, η ηλεκτρική διασύνδεση, η προοπτική του IMEC. Αυτά είναι πραγματικά κεφάλαια και δεν εγκαταλείπονται.

Αλλά η σύμπλευση οφείλει να έχει όρια, και ο λόγος είναι ένας και συγκεκριμένος: το 2022 το Ισραήλ διαπραγματεύτηκε εξομάλυνση με την Άγκυρα χωρίς να ενημερώσει ουσιωδώς την Αθήνα, και ο EastMed πέθανε την ίδια περίπου περίοδο. Το Τελ Αβίβ έχει αποδείξει ότι θυσιάζει την ελληνική παράμετρο όταν το συμφέρον του το επιβάλλει. Αν αύριο η Ουάσιγκτον επιβάλει τουρκοϊσραηλινή αποκλιμάκωση — σενάριο καθόλου απίθανο — η Ελλάδα δεν πρέπει να βρεθεί εκτεθειμένη έχοντας εξαργυρώσει όλα της τα χαρτιά.

Υπάρχει και δεύτερο κόστος, το οποίο συχνά αποσιωπάται: η πλήρης ταύτιση με το Ισραήλ σε μια περίοδο που η διεθνής κοινή γνώμη έχει στραφεί βίαια, και ενώ εκκρεμούν εντάλματα του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου, φθείρει το ηθικό πλεονέκτημα της Ελλάδας. Και το ηθικό πλεονέκτημα δεν είναι πολυτέλεια για μια χώρα που στηρίζει τη θέση της στην Ανατολική Μεσόγειο ακριβώς στην προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο. Δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας απέναντι στην Άγκυρα και να αδιαφορούμε για το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο αλλού. Η συνέπεια είναι το ισχυρότερο όπλο μας.

Η ορθή γραμμή, επομένως, είναι τριπλή: στρατηγική σύμπλευση με το Ισραήλ στα αμυντικά και ενεργειακά, θεσμική αυτονομία στα ζητήματα διεθνούς δικαίου, και παράλληλη εμβάθυνση των σχέσεων με Αίγυπτο, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Σαουδική Αραβία, ώστε η ελληνική θέση να μην εξαρτάται από μία και μόνη περιφερειακή σχέση.

Και η Θράκη, όπως πάντα, στην πρώτη γραμμή

Κάθε φορά που η Άγκυρα ανοίγει μέτωπο αλλού, η Θράκη πληρώνει έμμεσα τον λογαριασμό. Η ρητορική περί «καταπιεσμένων μουσουλμάνων» που τροφοδοτεί την τουρκική εξωτερική πολιτική στη Μέση Ανατολή, είναι η ίδια ρητορική που το τουρκικό προξενείο Κομοτηνής επενδύει επί δεκαετίες στην περιοχή μας. Το αφήγημα εξάγεται και επανεισάγεται.

Παράλληλα, η Αλεξανδρούπολη αποκτά πρόσθετη αξία σε ένα περιβάλλον όπου οι διαδρομές ενέργειας και στρατιωτικής μεταφοράς επαναχαράσσονται. Όσο η Τουρκία καθίσταται λιγότερο αξιόπιστος διάδρομος για τη Δύση, τόσο η Θράκη κερδίζει στρατηγικό βάρος. Το ερώτημα είναι αν η ελληνική πολιτεία θα το μετατρέψει σε αναπτυξιακό κεφάλαιο για την περιοχή ή θα το αφήσει να παραμείνει γεωπολιτική υποσημείωση χωρίς αντίκρισμα στους κατοίκους της.

Η αντιπαράθεση Τουρκίας – Ισραήλ θα κρατήσει. Δεν θα γίνει πόλεμος. Θα γίνει κάτι πιο απαιτητικό: μια παρατεταμένη περίοδος όπου η ισχύς μετράται σε συμμαχίες, υποδομές και αξιοπιστία. Σε αυτό το παιχνίδι η Ελλάδα έχει χαρτιά. Αρκεί να θυμάται ότι σύμμαχος δεν σημαίνει υποτελής — και ότι κανείς δεν υπερασπίζεται τα ελληνικά συμφέροντα εκτός από την Ελλάδα.

Δεν υπάρχουν σχόλια