Η Μονή της Παναγίας Σουμελά, σκαρφαλωμένη στους απόκρημνους βράχους του όρους Μελά στην Τραπεζούντα, ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. και αποτέλεσ...
Η Μονή της Παναγίας Σουμελά, σκαρφαλωμένη στους απόκρημνους βράχους του όρους Μελά στην Τραπεζούντα, ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα μ.Χ. και αποτέλεσε για αιώνες πνευματικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού. Σήμερα, το μνημείο αυτό βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σύνθετης αλληλεπίδρασης ιστορικής μνήμης, εθνικής πολιτικής και διεθνούς διπλωματίας. Η επαναλαμβανόμενη άρνηση της Τουρκίας να επιτρέψει τη Θεία Λειτουργία στις 15 Αυγούστου — ημέρα εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου — δεν αποτελεί απλή διοικητική πράξη, αλλά σύμπτωμα ενός βαθύτερου ανταγωνισμού αφηγήσεων και συμφερόντων.
Η 15η Αυγούστου είναι για τους Ποντίους ημέρα θρησκευτικής κατάνυξης αλλά και συλλογικής ταυτότητας, καθώς η Σουμελά συνδέεται άρρηκτα με την ιστορία, τη γλώσσα και τη μνήμη τους. Αντιθέτως, για την τουρκική εθνική αφήγηση, η ίδια ημερομηνία φέρει διαφορετικό φορτίο: το 1461, ο Μωάμεθ Β΄ κατέλαβε την Τραπεζούντα, ολοκληρώνοντας την οθωμανική ενοποίηση της Ανατολίας. Έτσι, η εορτή προσλαμβάνει για τους δύο λαούς αντίθετα νοήματα: ιερό και μνημονικό από τη μία, στρατιωτικό και «νικηφόρο» από την άλλη.
Η Τουρκία συχνά επικαλείται τη Συνθήκη της Λοζάνης (1923), ιδίως το άρθρο 45 περί «αμοιβαιότητας», για να αιτιολογήσει περιορισμούς στη θρησκευτική χρήση ιστορικών μνημείων. Η ερμηνεία αυτή συνδέεται με το επιχείρημα ότι, όπως η Ελλάδα δεν επιτρέπει ισλαμικές τελετές σε αρχαιολογικούς χώρους, έτσι και η Άγκυρα δεν υποχρεούται να παραχωρεί άδεια για ορθόδοξες λειτουργίες στο Σουμελά.
Ωστόσο, η διεθνής κοινότητα — και ιδίως η Ευρωπαϊκή Ένωση — υπογραμμίζει ότι τα δικαιώματα μειονοτήτων και θρησκευτικών κοινοτήτων είναι ατομικά και οικουμενικά, όχι ανταλλάξιμα. Από την ελληνική σκοπιά, η Σουμελά δεν αποτελεί μειονοτικό ζήτημα, αλλά μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, άρρηκτα συνδεδεμένο με την Ορθοδοξία.
Πολιτικά και Διπλωματικά παιχνίδια…
Η απόφαση της Άγκυρας να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη Θεία Λειτουργία ερμηνεύεται συχνά ως ένδειξη της πορείας των διμερών σχέσεων.
- Όταν παρέχεται άδεια, προβάλλεται ως χειρονομία καλής θέλησης και αποκλιμάκωσης.
- Όταν αρνείται, εκλαμβάνεται ως μήνυμα σκληρής στάσης, ιδίως σε περιόδους εντάσεων στο Αιγαίο ή στο Κυπριακό.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, που έχει το αποκλειστικό δικαίωμα τέλεσης λειτουργιών στη Μονή, βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης, καθώς κάθε περιορισμός θίγει το κύρος και την πνευματική του αποστολή. Παράλληλα, η ποντιακή διασπορά ανά τον κόσμο αξιοποιεί κάθε απαγόρευση για να υπενθυμίσει ζητήματα ιστορικής μνήμης, όπως η αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων.
“Επικοινωνιακά…τρικ”
Το ζήτημα της Σουμελά μετατρέπεται σε εργαλείο συμβολικής πολιτικής.
- Για την Τουρκία, η άδεια παρουσιάζεται ως πράξη μεγαλοψυχίας και κυριαρχικής βούλησης, ποτέ ως δικαίωμα των πιστών.
- Για την Ελλάδα και την Ορθόδοξη κοινότητα, κάθε περιορισμός αποτελεί παράδειγμα παραβίασης θρησκευτικής ελευθερίας και πολιτιστικού αποκλεισμού.
- Στο διεθνές επίπεδο, το θέμα προσφέρεται για πίεση προς την Τουρκία στο πλαίσιο της συζήτησης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη συμμόρφωση με τις αρχές της UNESCO.
Η υπόθεση της Παναγίας Σουμελά ξεπερνά τα όρια μιας θρησκευτικής τελετής. Πρόκειται για έναν πολύπλευρο κόμβο, όπου η ιστορική μνήμη, η διεθνής νομιμότητα και οι πολιτικές σκοπιμότητες διαπλέκονται σε ένα ευρύτερο αφήγημα ισχύος. Η διαχείρισή της από την Άγκυρα λειτουργεί ως «βαρόμετρο» για τον σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών και ως εργαλείο πολιτικής ισορροπίας στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Από την άλλη, για τον ποντιακό ελληνισμό και την Ορθοδοξία, η Σουμελά παραμένει αδιαπραγμάτευτο σύμβολο ταυτότητας και μνήμης.

Δεν υπάρχουν σχόλια