GRID_STYLE
TRUE

Classic Header

{fbt_classic_header}

ΤΙΤΛΟΙ ΕΙΔΗΣΕΩΝ:

latest

Τουλάχιστον για ένα χρόνο θα παραμείνουν οι υψηλές τιμές στο ρεύμα

Οι τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας θα «παραμείνουν υψηλές και ασταθείς τουλάχιστον μέχρι το 2023», σύμφωνα με μακροπρό...


Οι τιμές του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας θα «παραμείνουν υψηλές και ασταθείς τουλάχιστον μέχρι το 2023», σύμφωνα με μακροπρόθεσμες προβλέψεις που αναφέρονται σε προσχέδιο της ανακοίνωσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τις τιμές της ενέργειας που πρόκειται να δημοσιευθεί τον επόμενο μήνα.

Το σχέδιο ανακοίνωσης, το οποίο έχει στην κατοχή της η EURACTIV, δίνει μια ζοφερή εικόνα των υψηλών και ασταθών τιμών της ενέργειας που θα συνεχιστούν τα επόμενα χρόνια, γεγονός που θα οδηγήσει σε πληθωρισμό, θα επηρεάσει τα νοικοκυριά και θα αυξήσει το κόστος για τις επιχειρήσεις.

«Οι τιμές της ενέργειας συνεχίζουν να προκαλούν μεγάλη ανησυχία σε ολόκληρη την ΕΕ. Οι υψηλές και ασταθείς τιμές του φυσικού αερίου, που επηρεάζονται έντονα από την υψηλή παγκόσμια ζήτηση και τις αυξανόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, οδηγούν σε υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας», σύμφωνα με το προσχέδιο, το οποίο θα μπορούσε να τροποποιηθεί πριν δημοσιευτεί στις αρχές Μαρτίου.

Προειδοποιεί ότι η ενεργειακή κρίση – που πυροδοτήθηκε από τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου και κλιμακώθηκε από την επιδείνωση των σχέσεων με τον κύριο προμηθευτή αερίου της Ευρώπης, τη Ρωσία – έχει χειροτερέψει από το φθινόπωρο και θα διαρκέσει περισσότερο από το αναμενόμενο, έως το 2023.

«Με τις αποθήκες αερίου της ΕΕ σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και τις ανησυχίες για την ασφάλεια του εφοδιασμού που συνδέονται με τη χαμηλή χρέωση στους αγωγούς φυσικού αερίου από την Ανατολή, γινόμαστε μάρτυρες μιας αυξανόμενης κρίσης φυσικού αερίου σε σύγκριση με την κατάσταση την εποχή της ανακοίνωσης της Επιτροπής από τον περασμένο Οκτώβριο», το έγγραφο διαβάζει.

Οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου είναι περίπου 400% υψηλότερες από ό,τι πριν από ένα χρόνο και οι τιμές χονδρικής της ηλεκτρικής ενέργειας ακολούθησαν το ίδιο μοτίβο, αυξάνοντας κατά 260%. Αυτό έχει οδηγήσει σε άνοδο των λιανικών τιμών του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες είναι αυξημένες κατά 51% και 30% αντίστοιχα σε σχέση με πέρυσι, αναφέρει το έγγραφο.

Αυτές οι «διατηρούμενες υψηλές τιμές ενέργειας βλάπτουν όλο το φάσμα της οικονομίας» και αναμένεται «να παραμείνουν βασικός μοχλός του πληθωρισμού το 2022». Οι τιμές έχουν ήδη χτυπήσει βιομηχανίες έντασης ενέργειας με υψηλό κόστος παραγωγής και πιθανότατα θα αυξήσουν τις τιμές για άλλα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων.

Η κρίση «επηρεάζει ολοένα και περισσότερο τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και τους ευάλωτους καταναλωτές, οι οποίοι ξοδεύουν μεγαλύτερο μερίδιο του συνολικού εισοδήματός τους σε λογαριασμούς ενέργειας και επομένως βαθαίνει τις ανισότητες στην ΕΕ», αναφέρει το έγγραφο που διέρρευσε.

Αποθήκευση και διαφοροποίηση αερίου

Το προσχέδιο περιέχει 12 ενέργειες που μπορεί να λάβει η ΕΕ για την ανακούφιση της συνεχιζόμενης ενεργειακής κρίσης. Αυτό περιλαμβάνει τη δημιουργία ικανότητας παραγωγής ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την εξοικονόμηση ενέργειας και τη συνεχή υποστήριξη για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που επηρεάζονται.

Οι δράσεις περιλαμβάνουν επίσης μέτρα για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας του εφοδιασμού με φυσικό αέριο της Ευρώπης.

Πρώτον, η Κομισιόν προτείνει μια νομική απαίτηση για τις χώρες της ΕΕ να διασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο αποθήκευσης φυσικού αερίου έως τις 30 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Για τη διασφάλιση συνεχών προμηθειών και καλύτερης προετοιμασίας για τον επόμενο χειμώνα, θα υπάρξει ένα «Σχέδιο Αέριο για το χειμώνα» για τη στήριξη της ασφάλειας του εφοδιασμού «με κίνητρα και υποχρεώσεις για στρατηγική αποθήκευση».

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα ξεκινήσει ένα πιλοτικό έργο φέτος για να υποστηρίξει τις χώρες και τους φορείς της ΕΕ στην πραγματοποίηση κοινών προμηθειών για την πλήρωση της αποθήκευσης μέχρι το ελάχιστο απαιτούμενο στρατηγικό επίπεδο.

Ωστόσο, ενώ η αποθήκευση φυσικού αερίου συμβάλλει στη μείωση των αυξήσεων των τιμών, δεν θα έχει καμία επίδραση για αυτόν τον χειμώνα, όταν τα επίπεδα αποθήκευσης έχουν φτάσει σε απροσδόκητα χαμηλά επίπεδα.

Ως εκ τούτου, το έγγραφο μιλά επίσης για διαφοροποίηση των προμηθειών από το ρωσικό αέριο μέσωαγωγών προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), το μεγαλύτερο μέρος του οποίου εισάγεται επί του παρόντος από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Κατάρ.

Κάθε περιοχή της ΕΕ έχει πλέον άμεση ή έμμεση σύνδεση με τερματικό LNG και «αυτή η διασύνδεση μέσω LNG έχει αποδειχθεί πολύτιμη τους τελευταίους μήνες, καθώς έφερε ρευστότητα στην αγορά και αξιόπιστο εφοδιασμό με φυσικό αέριο στους πελάτες της ΕΕ», σημειώνει η Επιτροπή.

Ο Ιανουάριος σημείωσε το υψηλότερο επίπεδο εισαγωγών LNG και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτό είναι «χάρη στην εκτεταμένη διπλωματική δράση της ΕΕ για την ενέργεια».

Η Κομισιόν θα συνεχίσει τις προσπάθειες ενεργειακής διπλωματίας και τον διάλογο με χώρες παραγωγής, κατανάλωσης και διαμετακόμισης ορυκτών αερίων όπως οι ΗΠΑ, το Κατάρ, η Ιαπωνία, η Αίγυπτος, το Αζερμπαϊτζάν και η Τουρκία.

Έρευνα κατά της Gazprom

Σύμφωνα με το έγγραφο, η Κομισιόν διερευνά επίσης ανησυχίες για «πιθανές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού από εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ευρωπαϊκές αγορές φυσικού αερίου και ιδίως από τη ρωσική εταιρεία παροχής αερίου Gazprom».

Η Gazprom επιδεικνύει «ασυνήθιστη επιχειρηματική συμπεριφορά», με τη μέση πλήρωση της αποθήκευσης της Gazprom στο 16%, σε σύγκριση με το 44% της αποθήκευσης εκτός Gazprom, αναφέρει το προσχέδιο.

«Η Επιτροπή διερευνά επί του παρόντος όλους τους ισχυρισμούς για πιθανή αντιανταγωνιστική εμπορική συμπεριφορά της Gazprom κατά προτεραιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, συλλέγει επίσης πρόσθετες πληροφορίες από σχετικούς παράγοντες της αγοράς», προσθέτει.

Στροφή στις ανανεώσιμες πηγές

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η καλύτερη λύση για τη μείωση της εξάρτησης από το εισαγόμενο αέριο και τις χαμηλότερες τιμές μακροπρόθεσμα είναι η επιτάχυνση της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης αερίων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και χαμηλών εκπομπών άνθρακα.

«Εάν δεν υπάρξει μαζική επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην ΕΕ θα εξαρτηθούν σημαντικά από τις τιμές του φυσικού αερίου τουλάχιστον έως το 2030», αναφέρει το έγγραφο.

Ωστόσο, προειδοποιεί ότι οι επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δεν είναι ακόμη στο επίπεδο που απαιτείται για την παραγωγή αρκετής ενέργειας για τις ανάγκες της Ευρώπης.

Πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν ζητήματα αδειοδότησης για να επιτραπεί μια ταχεία και μεγάλης κλίμακας ανάπτυξη παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Οι χώρες της ΕΕ πρέπει να «παρακολουθήσουν τη διάρκεια των διαδικασιών αδειοδότησης επειγόντως», σύμφωνα με την Επιτροπή, η οποία αναμένεται να εγκρίνει σύσταση τον Ιούνιο για την αντιμετώπιση των φραγμών στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, νομοθέτες από την αριστερά και τη δεξιά του πολιτικού φάσματος συμφωνούν σε αυτό το σημείο.

«Η διέξοδος από την ενεργειακή κρίση είναι οι επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Η Επιτροπή πρέπει να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι με συνέπεια και να αυξήσει τους στόχους για την επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην Ευρώπη», δήλωσε στη EURACTIV ο Γερμανός βουλευτής των Πρασίνων, Michael Bloss.

«Είναι καλό που η Επιτροπή θέλει τώρα να κηρύξει τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου ως στρατηγικά αποθέματα και έτσι να σταματήσει τα παιχνίδια της Gazprom με όσους δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να θερμάνουν τα σπίτια τους. Αλλά η επένδυση ακόμη περισσότερων σε υποδομές ορυκτών είναι ο λάθος δρόμος», πρόσθεσε.

Η Maria da Graça Carvalho από το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) συμφώνησε. «Για το μέλλον, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι η πράσινη μετάβαση είναι μέρος της λύσης και όχι μία από τις αιτίες του προβλήματος», είπε στην EURACTIV.

Ο Carvalho πρόσθεσε ότι οι χώρες της ΕΕ πρέπει να κάνουν περισσότερα για να ελέγξουν τις αυξανόμενες τιμές μειώνοντας τα γενικά έξοδα και τους υπερβολικούς φόρους στην ενέργεια. Εν τω μεταξύ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να παρακολουθεί την αγορά λόγω της τεράστιας αύξησης και του αντίκτυπου που είχε αυτό στις ευρωπαϊκές οικογένειες και επιχειρήσεις, είπε.

πηγή: euroactiv



















Δεν υπάρχουν σχόλια