GRID_STYLE
TRUE

Classic Header

{fbt_classic_header}

Breaking News:

latest

[28 Οκτωβρίου 1940. ΝΑ ΓΙΑΤΙ ΝΙΚΗΣΑΜΕ.]

              (ένα κείμενο σε εφημερίδα της 28/10/1950 με υπογραφή Χρ. Δρακόπουλος)


              (ένα κείμενο σε εφημερίδα της 28/10/1950 με υπογραφή Χρ. Δρακόπουλος)  Φεβρουάριος 1941.Ημέρες δόξης μα και υπεράνθρωπης προσπάθειας και αγωνίας.
  Οι μεραρχίες του νέου Καίσαρα των 8 εκατομ. λογχών κυνηγημένες από τα Ιερά εδάφη μας προσπαθούσαν απεγνωσμένα ν’ αποφύγουν το κολύμπι στην Αδριατική.Γι’ αυτό έριχναν στο Μέτωπο ατέλειωτες εφεδρείες και ενισχύσεις τόσο σε άνδρες όσο και σε πολεμικό υλικό.

  Όλη η Υφήλιος ξαφνιασμένη από το αναπάντεχο αποτέλεσμα που είχαν οι επιθέσεις των «αήττητων» στρατιών του Καίσαρος και μη ευρίσκουσα εξήγηση διερωτάτο: «Θα κατορθώσει άραγε στο τέλος η χούφτα αυτών των Ανδρείων ν’ αντισταθεί στον όγκο των Στρατιών και στην συντριπτική υπεροχή των πολεμικών μέσων του μεγάλου αντιπάλου της;»   Δεν είχαν νοιώσει την Ελληνική ψυχή.

  Ανεβαίναμε ένα πρωί τις χιονισμένες κορφές της Κάμιας. Ο βοριάς και το χιονόνερο μαστίγωνα τα πρόσωπα μας. Κρύο αβάστακτο. Γλιστρώντας σε κάθε βήμα και κινδυνεύοντας να κατρακυλήσουμε σε απάτητα φαράγγια προχωρούσαμε αγκομαχώντας με τον σύντροφο Λοχαγό Χ. για την εκπλήρωση της αποστολής μας.

Για μια στιγμή ακούω τον σύντροφο μου να λέει  « στάσου , δεν αντέχω άλλο. Έλα να ξεκουραστούμε λίγο, να καπνίσουμε ένα τσιγάρο» και κατευθύνθηκε σε μια χιονισμένη κουμαριά που ήταν λίγο πιο πέρα από το μονοπάτι μας. Καθίσαμε πίσω από αυτήν για να προφυλαχτούμε από το ξεροβόρι και το χιονόνερο που μας «έδερνε». 

  Σε λίγο ακούστηκαν ποδοβολητά. Ανασηκώθηκα λίγο και είδα να ανεβαίνει μα φάλαγγα ημιονηγών που κουβαλούσε πυρομαχικά. Τελευταία και σε απόσταση 200 μέτρων από την φάλαγγα ανέβαινε ένα μικρόσωμο άσπρο μουλαράκι φορτωμένο με δύο κάσες πυρομαχικά. Κάθε δέκα μέτρα το μουλαράκι σταματούσε για να πάρει ανάσα. Τα ρουθούνια του ξεφύσαγαν σαν εξάτμιση ατμομηχανής. Φαινόταν ότι ήταν κατάκοπο. Ο οδηγός του ένα τριαντάχρονο παλικάρι, προχωρούσε  δίπλα του  από το μέρος του γκρεμού και το υποβάσταζε για να μην γλιστρήσει και πέσει στην χαράδρα. Περπατούσε ξυπόλητος επάνω στα χιόνια φορώντας μόνο κάτι μάλλινες χωριάτικες κάλτσες μελιτζανιές. Οι αρβύλες του ξηλωμένες, χωρίς πάτο ήταν ριγμένες πάνω στα κιβώτια των πυρομαχικών.

  Σε λίγο το μουλαράκι μας ζύγωσε και στάθηκε πάλι. Ακούμε τότε το παλικάρι που το οδηγούσε, ενώ το χάιδευε και του σκούπιζε την μουσούδα του, να λέει «αϊντε Κίτσου μ’. Άϊντε κάνε λίγο κουράγιο ακόμα, μην με ντροπιάζεις Κίτσου μ’.» Κι’ ο έρμος ο Κίτσους, λες κι’ ένοιωθε τη αγωνία του σεμνού παλικαριού, συγκέντρωσε τις λίγες δυνάμεις που του έμενα και ξεκινούσε για να ξανασταθεί ύστερα από δέκα μέτρα. Τα πόδα του φτωχού μουλαριού έτρεμαν. Το παλικάρι δίπλα του, προς τον γκρεμό, το υποβάσταζε κινδυνεύοντας στο πρώτο παραπάτημα του εξαντλημένου μουλαριού να βρεθεί μαζί μ’ αυτό στο βάθος του φαραγγιού. Οι σύντροφοι του δεν εφαίνοντο πια.

  Εξακολουθώντας να το χαϊδεύει του λέει, «άιντε Κίτσου μ’, κάνε κουράγιο ακόμα , κι άμα φτάσουμε θα σου δώσω την μισή κουραμάνα μ’». Λίγα μέτρα ανήφορο είχαν να κάμουν ακόμα, ύστερα άρχιζε κατήφορος. Ο Κίτσος ίσως γιατί η τελευταία υπόσχεση του παλικαριού ήταν πολύ ενδιαφέρουσα γι αυτόν η μάλλον ίσως γιατί αντελήφθη ότι λίγα μέτρα μαρτυρικού ανήφορου απέμειναν, έκανε μια αγωνιώδη προσπάθεια και ξεκίνησε απότομα να τα περάσει.

 Ακούμε τότε το ξυπόλητο παλικάρι που έτρεχε δίπλα του να λέει, «ε, ρε Ψωροκώσταινα, έπρεπε να μη σ΄ αγαπάμε τόσο.»
 Έκανα μια κίνηση να τον φωνάξω και να του δώσω τσιγάρο, μα η ματιά του Λοχαγού με σταμάτησε σαν να μού έλεγε, «όχι θόρυβο».
  Έπρεπε ν’ αφήσουμε τον μανιασμένο βοριά να μεταφέρει σ’ όλη την υφήλιο την απάντηση στο παγκόσμιο ερώτημα. Την εξήγηση στο θαύμα που κατέπληξε του λαούς. Την έδωσε στην κορυφή της χιονισμένης Κάμιας ένα αφανής ημιονηγός περπατώντας ξυπόλητος και μιλώντας με το άσπρο μουλαράκι του και τον Θεό. Αυτό ήταν το μεγάλο μυστικό που δεν αντελήφθη ο ψευτοκαίσαρας και γι αυτό ρεζιλεύτηκε. 

  Την  «Ψωροκώστανα» την Ελλάδα την πατρίδα τους με όλες τις φτώχιες, τις μιζέριες, τις γκρίνιες, τις φαγωμάρες της τα παιδιά της την λατρεύουν. Τη αγαπούν τρελά. Κι αλλοίμονο σ’ εκείνον όποιος και να είναι που θα τολμήσει να την πειράξει. Θα χιμήξουν όλα με μια ψυχή πάνω του να τον σπαράξουν, έστω και με τα νύχια.
Αυτή είναι η Αθάνατη Ελληνική Ψυχή.

Για την αντιγραφή: Θεόδωρος Νεοφ. Ρωμανίδης
 

 


Δεν υπάρχουν σχόλια

Εγγραφή στο newsletter